28η Οκτωβρίου 1940
28η Οκτωβρίου 1940
Τα βαριά σύννεφα του πολέμου έχουν από καιρό τυλίξει στα μαύρα σάβανά τους την Ευρώπη. Πολλοί ευρωπαϊκοί λαοί με πλούσια ιστορία και πολιτισμό στενάζουν κιόλας κάτω από τη βάρβαρη μπότα του φασισμού.
Την 1η του Σεπτέμβρη του 1939 άρχισε επίσημα ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος! Εκείνη τη μέρα ο Χίτλερ έκανε εισβολή στην Πολωνία.
Τον Απρίλη του 1940 η Γερμανία κατέλαβε τη Δανία και τη Νορβηγία και ακολούθησε η Ολλανδία και το Βέλγιο.
Η Ελλάδα στέκεται με δέος μπροστά στον παγκόσμιο χαλασμό. Στις 15 Αυγούστου 1940 οι Ιταλοί, σύμμαχοι των Γερμανών, τορπιλίζουν την «Έλλη» στην Τήνο. Η Ελλάδα προτιμά να καταπιεί το πικρό ποτήρι του τορπιλισμού, για ν’ αποφύγει τη θεομηνία του πολέμου.
Όμως ετούτο το πολύπαθο σταυροδρόμι που λέγεται Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν να μείνει έξω από τα σχέδια του φασιστικού Άξονα για την υποδούλωση του κόσμου.
Έτσι, στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις 3 το πρωί, ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι δίνει στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά το κείμενο του τελεσιγράφου. Αυτός, ερμηνεύοντας την ομογνωμία του έθνους, απάντησε το θρυλικό «ΟΧΙ», τη νεότερη έκφραση του «Μολών λαβέ».
Κι έτσι η μικρή Ελλάδα βρέθηκε μέσα στη θύελλα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η παρέλαση, όμως, που σχεδίαζε να κάνει ο Μουσολίνι καταλαμβάνοντας την Ελλάδα, σκόνταψε πάνω στη λαχτάρα του Έλληνα για λευτεριά.
Η κήρυξη του πολέμου σκόρπισε ένα φοβερό ενθουσιασμό στον ελληνικό λαό. Σαν βουερό κύμα πλημμύρισαν τους δρόμους τα πλήθη λες κι ήτανε μέρα γιορτής. Πηγαίνοντας να καταταχθούν στο στρατό, σκαρφάλωναν στα τραμ, στα λεωφορεία και κρέμονταν σαν τσαμπιά σταφύλια, ενώ η ιαχή δονούσε την ατμόσφαιρα: «ΟΧΙ! ΟΧΙ! ΟΧΙ!».
Από τις πρώτες κιόλας μάχες φάνηκε ότι για μια ακόμη φορά στη ζυγαριά του πολέμου, το φρόνημα του Έλληνα θα βάραινε πιο πολύ από τις λόγχες και τις πολεμικές μηχανές, που άφθονες είχε ο αντίπαλος.
Οι λίγοι Έλληνες έναντι των οκτώ εκατομμυρίων στρατιωτών του Ντούτσε, σκαρφαλώνουν στις δύσκολες κορφές της Πίνδου άυπνοι, νηστικοί, μα με το ηθικό τους ακμαίο, γιατί πολεμούν για τα ιδανικά και την ελευθερία της πατρίδας τους.
Ο ελληνικός στρατός όχι μόνο κατάφερε να αποκρούσει την ιταλική επίθεση, αλλά έκανε και συνεχείς αντεπιθέσεις αναγκάζοντας τον ιταλικό στρατό να υποχωρεί συνεχώς μέσα στην Αλβανία.
Η κατάληψη της Κορυτσάς ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής πορείας. Σχεδόν κάθε δυο τρεις μέρες ένα ορόσημο λεβεντιάς: Κορυτσά, Μοσχόπολις, Πόγραδετς, Πρεμετή, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο, Χιμάρα.
Το ίδιο θαύμα έγινε για άλλη μια φορά στον ίδιο τόπο, απ’ τον ίδιο λαό.
Τα ραδιόφωνα κι ο παγκόσμιος τύπος υμνούν την Ελλάδα. Ο ηρωικός τσολιάς μας γίνεται θρύλος στην φαντασία εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το ευθυμογράφημα και η γελοιογραφία κυριαρχούσαν στον τύπο της εποχής. Ο τσολιάς, το τσαρούχι, το «Αέρα», οι μακαρονάδες, ο δικτάτορας Μουσολίνι γίνονται επιθεωρήσεις στα θέατρα.
Η ιστορία της ιαχής «Αέρα»
Οι στρατιωτικές ιαχές των Ελλήνων, μέχρι τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ήταν οι αρχαίες ελληνικές: αλαλά ή αλαλαί ή ελελεύ ή το εξευρωπαϊσμένο: χιπ, χιπ, ουρρά (hip, hip, hurrah).
Η ιαχή «αέρα» πρωτοακούστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης 30 χρόνια πριν από το έπος του ’40. Χρησιμοποιήθηκε σε εκπαιδευτική πορεία, από κάποιον στρατιώτη, κατά τη διάρκεια ανεμοστρόβιλου και το επανέλαβαν, χάριν ευθυμίας, οι υπόλοιποι. Από τότε, το επαναλάμβαναν συχνά, κάθε φορά που διαλυόταν ή συντασσόταν το Τάγμα (αρχικά, ήταν, δηλαδή, μία ζητωκραυγή, ένα «πείραγμα», και όχι πολεμική ιαχή). Χρησιμοποιήθηκε, περιορισμένα, από τους Κρήτες και στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912, 1913, Ήπειρο και Μακεδονία).
Το «αέρα» επισημοποιήθηκε, ως πολεμική ιαχή κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και σ’ αυτό συνέβαλαν, άθελα τους, οι Ιταλοί. Ο Ιταλικός φασιστικός στρατός χρησιμοποιούσε την ιαχή: «eja (προφ. : εγιά), eja, eja, alala». Ήταν μία ιαχή που είχε καθιερώσει ο ποιητής Gabriele d' Annunzio (1863–1938) στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (Αύγουστος του 1917). Η ηχητική ομοιότητα με την επανάληψη των φωνηέντων -α- και -ε- (στη λ. eja: προφ. εγιά) έφερε στο μυαλό των Ελλήνων την Κρητική ζητωκραυγή «αέρα» και ανταπέδωσαν καθιερώνοντας τη λέξη ως την πιο ηρωική ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας.
Πηγή: 24γράμματα
Όμως ο πόλεμος δεν τέλειωσε με τη σπουδαία αυτή νίκη. Υπήρχε κι άλλος εχθρός φοβερότερος, η ναζιστική Γερμανία, που βιάστηκε να σώσει τον ντροπιασμένο της σύμμαχο. Και τότε ρίχτηκε και πάλι στον πόλεμο η Ελλάδα και είχε να παλέψει με δυο θεριά.
Όμως τούτο το στερνό πάλεμα της Ελλάδας στα οχυρά του Ρούπελ και στη Μάχη της Κρήτης ανάγκασε τους Γερμανούς να καθυστερήσουν πολύ τη μεγάλη τους επίθεση εναντίον της Ρωσίας. Όλοι μας ξέρουμε πως αυτός ο πολύτιμος χρόνος που χάθηκε, έθαψε για πάντα τα όνειρα του Χίτλερ στην παγωμένη στέπα.
Το μέτωπο καταρρέει. Η Ελλάδα στη σκλαβιά. Αρχίζει η μαύρη περίοδος της Κατοχής. Τέσσερα μαύρα χρόνια σκλαβιάς και μαρτυρίου για τον λαό μας. Χιλιάδες πεθαίνουν από την πείνα και τη δυστυχία. Χιλιάδες νεκροί από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των Γερμανών και των Ιταλών. Όλοι θυσία στον βωμό της λευτεριάς!
Οι Έλληνες πολέμησαν και νίκησαν. Απορείτε γιατί τόσο λίγοι νικήσαμε; Ρωτήστε τους σωριασμένους κάλυκες όλων των διαμετρημάτων στους προμαχώνες μας. Ρωτήστε τους λόφους των σκοτωμένων μας, τις καρδιές εκείνες τις ζεστές της ελευθερίας και θα σας απαντήσουν. Θα σας απαντήσουν με τη σιωπή τους καλύτερα απ’ όλα τα λαμπρά μνημεία της νίκης και τους λόγους των ρητόρων μας.
Και ξημέρωσε η μέρα της λευτεριάς! Ένα παράθυρο ανοίγει ξαφνικά, δυο κορίτσια σκαρφαλώνουν πάνω στο περβάζι, βαστούν μια σημαία, θέλουν να την κρεμάσου, χαρούμενα την κυματίζουν και φωνάζουν: «Ελευθερία! Ελευθερία!» Τα ραδιόφωνα παίζουν τα εμβατήρια της νίκης. Ο έρημος δρόμος γιομίζει φωνές και σημαίες. «Είμαστε λεύτεροι, είμαστε λεύτεροι!», φωνάζει ένα ψηλόλιγνο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά και πορεύονται και αγκαλιάζονται και χορεύουνε. Όμορφος που 'ναι ο κόσμος!