Περιστέρι
Σύντομη ιστορία της πόλης
Σύντομη ιστορία της πόλης
Περιστέρι ...τότε και τώρα...
Tο Περιστέρι στην αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα της περιφέρειας του αττικού Δήμου Χολαργού, της Ακαμαντίδος φυλής που τοποθετείτο στο άστυ των Αθηνών, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του Κλεισθένους. Σήμερα συνιστά την πέμπτη μεγαλύτερη ελληνική πόλη και μητροπολιτικό κέντρο των δυτικών προαστίων.
Η πόλη των 10.050 στρεμμάτων εκτείνεται 4,5 χιλιόμετρα ΒΔ του κέντρου της πρωτεύουσας μέχρι τους πρόποδες του ορεινού όγκου του Ποικίλου, επέκτασης του Όρους Αιγάλεω. Η σύγχρονη ιστορία της ανάγεται στο 1923, λίγο μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ενώ εξακολουθεί να είναι από τους μεγαλύτερους Δήμους της Αθήνας. Ο πληθυσμός της πόλης το 2001 ανέρχεται σε 137.918 κατοίκους.
Στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πόλης συγκαταλέγεται η έντονη αστικοποίηση, η πυκνή δόμηση και η δημογραφική πολυφυλετικότητα. Είναι ο πρώτος Δήμος των δυτικών προαστίων που εξυπηρετείται από το Μετρό και έκτοτε γνωρίζει ολοένα και πιο ταχεία ανάπτυξη. Είναι από τις πιο δημοφιλείς οικιστικά και εμπορικά περιοχές του συγκροτήματος, με διαρκή ανοικοδόμηση.
Στα μειονεκτήματα της πόλης συμπεριλαμβάνεται η έλλειψη ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου, τα ποσοστά ανεργίας και κάποια προβλήματα ρυμοτομικού χαρακτήρα. Οι κάτοικοι τοποθετούνται μεταξύ των μικρομεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων.
Οι ονομασίες των περισσοτέρων εκ των οικισμών που δημιουργούνται προπολεμικά στο Περιστέρι προέρχονται από το είδος των κατοικιών, την καταγωγή ή την προέλευση των κατοίκων. Αρχικά, τα «Άνω» και «Κάτω Γερμανικά», με φθηνές προκατασκευασμένες οικίες που ιδρύονται μετά την άφιξη προσφύγων, οφείλουν την ονομασία τους στο γεγονός ότι η χρηματοδότησή τους γίνεται από τις αποζημιώσεις του Γερμανικού Κράτους για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τα «Κτιστά» απαρτίζονται από λιθόκτιστα σπίτια στις συνοικίες «Άνω» και «Κάτω Δημοτικά», καθώς και στη «Χρυσαλλίδα». Οι συνοικισμοί «Αρμενίων» και «Ποντίων» που παίρνουν το όνομά τους από τη χώρα προέλευσης των κατοίκων τους ήταν στεγασμένοι σε ξύλινα παραπήγματα του Υπουργείου Προνοίας.
Το «Παλαιό Περιστέρι» που είναι συνοικισμός που πιθανότατα προϋπήρχε μεταξύ των «Άνω» και «Κάτω Γερμανικών» τοποθετείται στις «Παλιές Παράγκες», παραπήγματα που προϋπήρχαν των Γερμανικών. Τα «Άνω» και «Κάτω Δημοτικά» κατοικήθηκαν από πρόσφυγες που κατοικούσαν στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών. Το «Περιστέρι Α» και ο συνοικισμός των «Αναπήρων», καθώς και οι οικισμοί όπου κατοικούσαν γηγενείς, όπως η «Κουνέα», ο «Άγιος Ταξιάρχης», τα «Ηπειρωτικά», η «Ευαγγελίστρια», ο «Άγιος Ιωάννης Θεολόγος» κ.ά.
Πολλές είναι οι εκδοχές για το από πού πήρε το όνομα του το Περιστέρι. Τίποτε δεν είναι σίγουρο. Ένας Περιστέρ-Αγάς που είχε τα τσιφλίκια του στην Περιοχή επί Τουρκοκρατίας, ίσως να έδωσε το όνομα στην περιοχή. Ίσως πάλι τα πολλά περιστέρια που παραδοσιακά εκτρέφονταν στην περιοχή και γέμιζαν τον ουρανό με τα φτερουγίσματα τους να έδωσαν το όνομα στο Περιστέρι.
Πρώτη αναφορά στο τοπωνύμιο Περιστέρι βρίσκουμε το 1593 σε έγγραφο για τη μοιρασιά της ιδιοκτησίας του Δημητρίου Πουλημένου Φακαή. Είναι ένα από τα λίγα έγγραφα που έχουν διασωθεί από την εποχή εκείνη γιατί δεν υπήρχε τότε οργανωμένο κράτος. Και δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι το Περιστέρι εκτός από τοπωνύμιο ήταν και όνομα χωριού.
Η πρώτη αναφορά στο χωριό Περιστέρι βρίσκεται στους Κώδικες του Συμβολαιογράφου (Νοταρίου) Αθηνών, Παναγή Πούλου το 1822. Το χωριό εντοπίζεται στην περιοχή «Εκατόδεντρα» και αποτελείται από ελάχιστα σπίτια.
Αργότερα, αυτό το χωριό πήρε την ονομασία Παλιό Περιστέρι, μια και το νέο ήταν αυτό που έφτιαξαν οι πρόσφυγες, αλλά τελικά όλα ενοποιήθηκαν και έγιναν απλά Περιστέρι.
Το 1881 κατασκευάστηκε μια μαρμάρινη γέφυρα στην Κολοκυνθού. Δυστυχώς γκρεμίστηκε την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά.
Το 1897 κατασκευάστηκε ο δρόμος από την γέφυρα της Κολοκυνθούς προς το χωριό Περιστέρι κι αυτό σίγουρα σημαίνει ότι το χωριό άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Τότε είχε εκατό περίπου κατοίκους.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά τη σταδιακή άνθιση του νεοελληνικού έθνους και την εδραίωση μιας σχετικής σταθερότητας στο πολιτειακό σύστημα της χώρας, αρχίζει να αναπτύσσεται η Επαρχία των Αθηνών του Νομού Αττικοβοιωτίας. Στα περίχωρα της Αθήνας εντοπίζεται και ένας μικρός οικισμός, το Περιστέρι, μεταξύ των 52 λοιπών οικισμών που την περιβάλλουν.
Το 1835 η Αθήνα ανακηρύσσεται Δήμος της Ελλάδος επί βασιλείας του Γεωργίου του Α΄. Οι κάτοικοι του μικρού οικισμού ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ χρησιμοποιούν τα σκουπίδια των Αθηνών ως λίπασμα για τα χωράφια τους και άλλοι επιλέγουν να χρησιμοποιούν κάρα για τη μεταφορά των σκουπιδιών. Πρόκειται για φιλύσηχους πολίτες που διάγουν μια ήρεμη ζωή στον λόφο των αξιωματικών.
Το 1921 η Ελλάδα συνταράσσεται από τον ξεριζωμό των κατοίκων της Μικράς Ασίας μετά το βίαιο διωγμό τους από τους Τούρκους. Η Αθήνα και τα περίχωρά της καθίστανται τόπος φιλοξενίας των προσφύγων για την προσωρινή διαμονή και περίθαλψή τους, ενώ η χώρα βρίσκεται σε αναβρασμό. Στήνονται οι πρώτοι πρόχειροι καταυλισμοί, ενώ πολλοί Αθηναίοι αρνούνται να τους δεχθούν στις γειτονιές τους. Ορισμένα παραπήγματα στήνονται και στον οικισμό του Περιστερίου, οπότε και παρατηρείται πληθυσμιακή έκρηξη στην περιοχή. Ο μεγαλύτερος όγκος των εκδιωχθέντων κατοικεί προσωρινά σε εκκλησίες, σχολεία, αποθήκες, ξύλινα παραπήγματα.
Οι 12 κύριοι και 34 δευτερεύοντες προσφυγικοί οικισμοί που διαμορφώνονται από την Επιτροπή Αποκατάστασης των Προσφύγων και το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην περίοδο του μεσοπολέμου, αποδεικνύουν το γεωγραφικό διαχωρισμό των προσφύγων.
Ο αποκλεισμός τους από συγκεκριμένες ζώνες είναι προμελετημένος από την ΕΑΠ, το κράτος και τους εμπνευστές των κηπουπόλεων. Ο χώρος της αστικής τάξης επεκτείνεται προς τα ΒΑ της Αθήνας, δημιουργώντας κηπουπόλεις όπως η Φιλοθέη, το Ψυχικό και η Εκάλη.
Από την άλλη, το Περιστέρι, μαζί με τους συνοικισμούς του Βύρωνα, της Καισαριανής, της Νέας Ιωνίας, της Κοκκινιάς, Κορυδαλλού, Αιγάλεω, Χαϊδαρίου, Νέας Χαλκηδόνας αποτελούν τους κύριους προσφυγικούς συνοικισμούς των Αθηνών και Πειραιώς, που απέχουν 1-4 χιλιόμετρα από την οικοδομημένη πόλη.
Οι οικισμοί δεν εντάσσονται σε σχέδιο οικοδομικής αποπεράτωσης των συνοικισμών από την ΕΑΠ και το κράτος.
Οι φορείς όμως του σχεδίου δεν κατορθώνουν να τηρήσουν την τάξη στην επερχόμενη πολεοδόμηση που στιγματίζει τις περιοχές αυτές και τη γενικότερη μεταπολεμική οικοδομική φιλοσοφία των Αθηνών.
Οι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στις παραγκουπόλεις είναι αρκετά δύσκολες, αφού πέραν των υποτυπωδών συνθηκών υγιεινής, έρχονται συχνά αντιμέτωποι με πλημμύρες, πυρκαγιές, σκουπίδια, ανύπαρκτη συγκοινωνιακή κάλυψη, δυσοσμία, έλλειψη υδροδότησης κ.ά. Παρά ταύτα, προσπαθούν με κόπο ψυχής να ανασυγκροτηθούν με τις μνήμες του παρελθόντος πολιτιστικού τους βίου, τη θρησκευτική έκφραση, την ανάπτυξη κοινωνικών δεσμών και τη δημιουργία συλλόγων για συναναστροφή.
Το 1927 η χώρα φαίνεται να επουλώνει τις πληγές της σταδιακά από το οδυνηρό παρελθόν και μπαίνει σε μια περίοδο που πραγματοποιούνται πολλές θεσμικές αλλαγές. Η Αθήνα μετατρέπεται σταδιακά σε μία ωραία πόλη, με μαζική κατοίκηση. Το Περιστέρι εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια πιο αργή ανάπτυξη δίνοντας την εικόνα μιας Αθήνας δύο ταχυτήτων.
Το 1930 το Περιστέρι εξακολουθεί να είναι ένας συνοικισμός με πολλά προβλήματα καθώς στερείται γενικού ρυμοτομικού σχεδιασμού καθώς εξυπηρετείται μόνο από μια λεωφόρο (Παναγή Τσαλδάρη) που συνδέει την περιοχή μέσω της Λεωφόρου Κηφισού με την Αθήνα. Όσον αφορά τους οικισμούς που φτάνουν βορειοδυτικά στο βουνό απαρτίζονται από καλύβες μέσα στα χωράφια.
Οι περιοχές που βρίσκονται κοντά στον Κηφισό στολίζονται από περιβόλια και κήπους όπως η «Κουνέα», «Νέα Κολοκυνθού», «Αϊ-Γιάννης ο Θεολόγος-Μπουρνάζι» και εντάσσονται στη σημερινή βιομηχανική ζώνη, ενώ αξιωματικοί του ελληνικού στρατού κτίζουν σπίτια επάνω στον λόφο. Εκείνη την περίοδο η Αθήνα στιγματίζεται από την ανάπτυξη των πολυκατοικιών.
Το 1933 το Περιστέρι αποσπάται από τον Δήμο Αθηναίων και στις 18/01/1934 αναγνωρίζεται ως Δήμος, στον οποίο προσαρτώνται και οι όμοροι συνοικισμοί «Χρυσαλλίς», «Άνω» και «Κάτω Γερμανικά», «Κτιστά», «Πόντιοι», «Αρμένιοι» μαζί με το παραδοσιακό Περιστέρι.
Από τον Πειραιά και την Αθήνα, έως το 1936 εμφανίζονται 2.218 κατοικίες-διαμερίσματα εκ των οποίων οι 62 καταγράφονται στο Περιστέρι. Οι κάτοικοι δε της περιοχής απασχολούνται στα εργοστάσια ή με χειρωνακτικές εργασίες.
Ανέρχονται περίπου σε 24.000 άτομα εκ των οποίων τα 3/4 του πληθυσμού είναι πρόσφυγες μαζί με εσωτερικούς μετανάστες και το 1/4 γηγενείς. Οι οικογένειες του Περιστερίου είναι πολυμελείς και άπορες, με μοναδικό περιουσιακό στοιχείο τις πλίνθινες κατοικίες τους που έκτιζαν μόνες τους. Η δεινή οικονομική κατάσταση αναγκάζει τον Δήμο να προβαίνει σε έγκριση βοηθημάτων στις κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες και με λαϊκά συσσίτια.
Η πόλη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα υδροδότησης, κάτι που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη ζωή των κατοίκων αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα με υδροφόρες των Αθηνών. Τα κατοικημένα ρέματα προκαλούν πλημμύρες. Το 1934 αποφασίζεται η τμηματική καταβολή δαπανών για τη δημιουργία γεφυρών. Η αποχέτευση είναι υποτυπώδης, ενώ η ηλεκτροδότηση γίνεται επιλεκτικά. Οι λιγοστές οδικές αρτηρίες κατακλύζονται από κίνηση παρά την προσπάθεια διάνοιξης νέων σύμφωνα με το σχέδιο πόλεως.
Στις 2/3/1937 αποφασίζεται η κατεδάφιση ξύλινων παραπηγμάτων για τη διάνοιξη δρόμων. Η αποζημίωση που αποφασίζεται να δοθεί ανέρχεται σε 2.000 δραχμές σε έκαστο βιοπαλαιστή.
Τα δημοτικά σχολεία είναι τέσσερα, ενώ πολλά γυμνασιόπαιδα παρατούν το σχολείο καθώς δεν λειτουργεί γυμνάσιο στην πόλη. Στήριξη στο πρόβλημα των αναλφάβητων δημοτών δίνει η Νυχτερινή Σχολή που λειτουργεί το 1936, μέσω χρηματοδότησης από την Εξωραϊστική Λέσχη Περιστερίου.
Το 1939 ιδρύεται το πρώτο γυμνάσιο στο Περιστέρι, με την επωνυμία «1ο Γυμνάσιον Αθηνών εν Περιστερίω» και στεγάζεται σε μια «γερμανική» παράγκα.
Το 1940 καταργούνται κάποιοι οικισμοί από το Δήμο και η οντότητα που παραμένει ως Περιστέρι αποσπάται από την Αττικοβοιωτία και προσαρτάται στην Αττική. Η σταδιακή συγκρότηση της Πόλης σκοντάφτει το 1940 στο ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα του Εμφυλίου. Όπως πολλές πόλεις της Ελλάδας, έτσι και το Περιστέρι είχε τη δική του πορεία στο αντιστασιακό κίνημα.
Συχνά διεξάγονταν μικρές και μεγάλες μάχες στην περιοχή όπως η μάχη του 1944 στην Αγία Τριάδα όπου σκοτώνεται ο Διοικητής του 3ου Τάγματος του ΕΛΑΣ και επικεφαλής της μάχης, Καπετάν Έκτορας, προκειμένου να αποτραπεί η είσοδος των Γερμανών στην Πόλη. Στο Περιστέρι, ο ΕΛΑΣ δρα με τον 3ο και 4ο Λόχο και το ΕΑΜ με την ίδρυση της Εθνικής Αλληλεγγύης ενισχύει τις οικογένειες των θυμάτων και μεριμνά για τη στήριξη των κατοίκων.
Οι μεγάλοι χώροι εργασίας και οι εργοστασιακές μονάδες της ευρύτερης περιοχής όπως το λιγνιτωρυχείο, το κλωστοϋφαντουργείο Λαναρά, η Γαλαζόπετρα στο Ποικίλο Όρος, η ΒΙΟ στο Μεταξουργείο κ.ά. προστατεύονταν από τον ΕΛΑΣ και το εργατικό ΕΑΜ. Γι' αυτό άλλωστε οι Ιταλοί και έπειτα οι Γερμανοί περνούσαν με ιδιαίτερη δυσκολία για να πάνε στο λιγνιτωρυχείο στο κάρβουνο που βρισκόταν πάνω από τη Λεωφόρο Θηβών (σημερινή περιοχή Ανθούπολης).
Μια από τις πιο ηρωικές και αιματηρές σελίδες της ιστορίας της Πόλης αποτελεί το μπλόκο των Γερμανών στη συνοικία Λόφος Αξιωματικών στις 6/7/1944, όταν πάνω από 200 άτομα οδηγούνται σε στρατόπεδα της Αθήνας και της Γερμανίας.
Στο Περιστέρι καταφθάνουν δυνάμεις του ΕΛΑΣ από την επαρχία, κυρίως από Πελοπόννησο, προκειμένου να πολεμήσουν στην αθηναϊκή σύγκρουση τον Δεκέμβρη του 1944. Άνδρες και γυναίκες δίνουν το παρών σε αποστολές και ορισμένοι συνεχίζουν με την επάνοδο της δημοκρατίας να δραστηριοποιούνται στην τοπική κοινωνία.
Η κατάσταση στους συνοικισμούς και μετά τον πόλεμο εξακολουθεί να είναι άσχημη λόγω των πλημμύρων και της έλλειψης ηλεκτροφωτισμού. Οι ασθένειες, η φτώχεια, η απώλεια αγαπημένων προσώπων συνθέτουν το σκοτεινό τοπίο της ζωής στην πόλη, με τους δημότες να στηρίζονται πολλές φορές στις επιχορηγήσεις του Δήμου ανάλογα με την πολιτική τους ταυτότητα. Πολλοί επαρχιώτες εκδιώχνονται από τις τοπικές κοινωνίες τους και αναζητούν φθηνή κατοικία κοντά στην Αθήνα. Επιλέγουν το Περιστέρι για τα οικονομικά του οικόπεδα και ξεκινάει κάπως έτσι ένα δεύτερο κύμα μαζικής δόμησης με Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, Πελοποννήσιους και Κρητικούς.
Το 1949 οι συνοικισμοί «Ανθούπολις», «Άγιος Ιερόθεος» και «Άγιος Γεώργιος» αποσπώνται από την Κοινότητα Λιοσίων (Ίλιον) και προσαρτώνται στο Περιστέρι. Έως τότε οι καταυλισμοί σύμφωνα με το Υπουργείο Κρατικής Υγιεινής και Αντίληψης ανέρχονται σε 120.
Σταδιακά τοποθετούνται κρουνοί και γίνονται διακλαδώσεις σωληνώσεων για την εξυπηρέτηση των υδροδροτικών αναγκών της πόλης.
Ο προγραμματισμός δημιουργίας νέων ή συντήρησης παλαιών οδών όπως η Βασ. Αλεξάνδρου, η Αγίου Αντωνίου, η Παναγή Τσαλδάρη και η Αγίου Ιερόθεου εντατικοποιείται καθώς η πόλη μεγαλώνει.
Η άνευ σχεδίου δόμηση είναι ένα σοβαρό ζήτημα που μεταξύ άλλων Δήμων απασχολεί και το Περιστέρι σε αντίθεση με τις κηπουπόλεις του λεκανοπεδίου. Από αυτό το φαινόμενο στιγματίζονται τα Δυτικά Προάστια και οι Συνοικίες του Πειραιά. Η αυθαίρετη δόμηση αποτελεί πληγή της πόλης με τα κατακερματισμένα και εκτός σχεδίου μικρά γήπεδα να οικοδομούνται σε χρόνο ρεκόρ.
Οι γειτονιές αυτές αποτελούν λόγο συζητήσεων μεταξύ των κατοίκων του Παλαιού Περιστερίου καθώς στέκονται αιτία πλημμυρών, μολύνσεων και κακών συνθηκών για την Πόλη γενικότερα, ενώ αντιμετωπίζονται ως απόκληροι της ελληνικής πολιτείας.
Το 1951 ιδρύεται το Σωματείο Κατάργησης Παράγκας Περιστερίου με σκοπό την αντικατάσταση των παραπηγμάτων με λαϊκές κατοικίες ή τη χορήγηση οικοπέδων ώστε σε συνεργασία με άλλα σωματεία να μπορέσουν να πιέσουν την Υπουργό Προνοίας να διανείμει 120-130 ακάλυπτα οικόπεδα της πόλης στην Παμπροσφυγική Ένωση για το μοίρασμά τους στους πρόσφυγες. Έως τότε μόνο η περιοχή του κέντρου είναι ενταγμένη στο σχέδιο πόλεως που συγκεντρώνει την εμπορική κίνηση του Περιστερίου.
Αρχίζει πλέον να γίνεται κουβέντα και για ένταξη περιοχών στο σχέδιο πόλεως. Στα χρόνια που ακολουθούν οικοδομούνται τα πρώτα υποτυπώδη σχολεία, δημόσια και ιδιωτικά. Οι νυκτερινές σχολές στην περιοχή συνεχίζουν το έργο τους προσθέτοντας στο δυναμικό τους και τη νυκτερινή σχολή «Ελληνική Μέριμνα».
Το 1959 εγκαινιάζεται το Αστικό Κέντρο Περιστερίου της Βασιλικής Πρόνοιας για την απασχόληση των παιδιών στον ελεύθερο χρόνο τους.
Στα χρόνια που ακολουθούν εντάσσονται κεντρικές γειτονιές όπως το Μπουρνάζι στο σχέδιο πόλεως κι έπειτα πιο ορεινές συνοικίες. Μέχρι και το 1960 η περιοχή είναι γεμάτη χωράφια και κήπους που στα χρόνια που ακολουθούν αντικαθίστανται από κατοικίες, βιομηχανίες, εργοστάσια και αποθήκες.
Το 1970 εντάσσονται η Κηπούπολη και η Ανθούπολη, ενώ οι περισσότερες γειτονιές είναι άναρχα κτισμένες. Οι συγκοινωνίες είναι προβληματικές και οι δρόμοι επικίνδυνοι. Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αντέχει το υψηλό κόστος των έργων υποδομής και ζητά δάνειο για την κατασκευή δρόμων, ενώ οι κάτοικοι αδυνατούν ακόμη και να ανταπεξέλθουν στο κόστος του εισιτηρίου των αστικών συγκοινωνιών. Οι ιατρικές υποδομές είναι ανύπαρκτες ενώ η καθημερινότητα των πολιτών φαίνεται δύσκολη.
Στα Γερμανικά υπήρξαν ξύλινες κατοικίες, η κατασκευή των οποίων χρηματοδοτήθηκε από τις πολεμικές επανορθώσεις που πλήρωσε η Γερμανία στη χώρα μας. Στα Κτιστά κατασκευάσθηκαν τα πρώτα λιθόκτιστα σπίτια. Στα Αρμένικα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες Αρμενικής καταγωγής. Από τις συνοικίες που δημιουργήθηκαν αργότερα, η Ανθούπολη πήρε το όνομά της από εμπόρους λουλουδιών, που δημιούργησαν τον οικισμό. Ο Λόφος Αξιωματικών πήρε την ονομασία από δύο οικογένειες Αξιωματικών, που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα Άσπρα Χώματα πήραν το όνομά τους από τον αρχαίο Δήμο Λευκονόης, που βρισκόταν γύρω από τη σημερινή περιοχή του νεκροταφείου Ιλίου «Άγιοι Θεόδωροι».
Το τοπωνύμιο Μπουρνάζι προήλθε από τα κτήματα της παλιάς οικογένειας Μπουρναζίου που ήταν στην περιοχή. Ο Άγιος Ιερόθεος πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο Ιερό Ναό της περιοχής.
Ελάχιστα χτίσματα από το παλιό Περιστέρι έφτασαν ως τις μέρες μας καθώς τα περισσότερα έπεσαν θύματα του μοντερνισμού. Κάποια δείγματα από τα πρώτα κρατικά χτιστά σπίτια, που αντικατέστησαν τις πρώτες παράγκες, έχουν σωθεί στη παλιά συνοικία των Δημοτικών, νότια της οδού Βασιλέως Αλεξάνδρου. Είναι διπλές κατοικίες με ενιαία κεραμοσκεπή. Κοντά σε αυτά υπάρχουν και δείγματα μεταγενέστερων χτιστών προσφυγικών σπιτιών του 1940.
Το 1ο και το 2ο Δημοτικά Σχολεία, τα πρώτα πέτρινα σχολεία έχουν διατηρήσει τα αρχιτεκτονικά τους στοιχεία. Λιγότερα το 1ο, περισσότερο το 2ο. Η παλιά αγορά κάτω από την Ευαγγελίστρια διατηρεί ακόμα πολλά από τα παλιά της χαρακτηριστικά.
Τα εργοστάσια χαρακτηρίζονται σαν σύγχρονα μνημεία και πολλά κτίρια κρίνονται διατηρητέα. Αλλά δυστυχώς στο Περιστέρι από τα παλιά εργοστάσια δεν έχουν απομείνει πολλά πράγματα.
Το εργοστάσιο Λαναρά. Χτισμένο το 1933 στην ανατολική όχθη του Κηφισού το μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο έφτασε να απασχολεί μέχρι τέσσερις χιλιάδες εργάτες. Σήμερα διατηρείται το κτίριο και στεγάζει διάφορες μικρές επιχειρήσεις.
Το «Άριστον». Το εργοστάσιο που έχτισε ο Θ. Παπάζογλου και οι γιοι του στη γέφυρα της Κολοκυνθούς. Δεν είναι πολλά χρόνια που γκρεμίστηκε και στη θέση του χτίστηκε το ΚΥΒΕ.
Η «Ξυλοτεχνία». Το1953 άρχισε τη λειτουργία της η «Ελληνική Ξυλοτεχνία», μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα που απασχολούσε 200 με 250 εργάτες. Εκεί κατασκευάζονταν και τα ψυγεία πάγου «Χιών». Σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου και το Δημοτικό Θέατρο.
Με πολύ αργούς ρυθμούς, γιατί πάντα το Περιστέρι αντιμετωπίζονταν από την κεντρική εξουσία σαν δεύτερης κατηγορίας, άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας μεγάλης πόλης.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι πολίτες που συμμετείχαν στα κοινά. Την περίοδο που προηγήθηκε της Δικτατορίας του 1967 στο Περιστέρι λειτουργούσαν 35 εξωραϊστικοί και πολιτιστικοί σύλλογοι. Κάθε συνοικία είχε τον δικό της.
Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γκρεμίζονται οι τελευταίες προσφυγικές παράγκες στην Ευαγγελίστρια και τον Άγιο Αντώνιο και στη θέση τους χτίζονται οι πολυκατοικίες. Χρειάζεται να φτάσουμε στο 1982, για να δούμε να γίνονται για πρώτη φορά εργασίες για την εγκατάσταση δικτύου αποχέτευσης. Ήταν ένα σημαντικό έργο για την αναβάθμιση της πόλης αν σκεφτεί κανείς ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή το 70% των αποχετευτικών αναγκών καλύπτονταν με βόθρους και βυτία.
Το 1984 ιδρύεται το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Περιστερίου με τμήματα μουσικής, χορού, θεάτρου, και ζωγραφικής. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1998, ιδρύεται το Δημοτικό Ωδείο.
Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του έτους 2001, ο πληθυσμός του ανέρχεται σε 138.305 κατοίκους, από τους οποίους οι 67.983 είναι άνδρες και οι 70.322 γυναίκες. Αυτή βέβαια είναι μια ψεύτικη εικόνα γιατί πολλοί δεν απογράφονται στον τόπο που κατοικούν. Με τα στατιστικά στοιχεία της ΔΕΗ ο πληθυσμός του Περιστερίου ξεπερνά τις 240 χιλιάδες.
Το Περιστέρι μπαίνοντας στη νέα χιλιετία έχει να αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις που έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε με το Μετρό που άλλαξε ριζικά την συγκοινωνιακή υποδομή της πόλης καθώς η επικοινωνία με το κέντρο της Αθήνας ήταν πάντα προβληματική. Το τοπίο στον Άγιο Αντώνη, που ήταν και ο πρώτος σταθμός λεωφορείου τη δεκαετία του ’20, άλλαξε με τη δημιουργία του πρώτου σταθμού. Θα ακολουθήσουν και άλλοι στην Ευαγγελίστρια και στη Θηβών.
Το 2004, στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα, το Περιστέρι φιλοξένησε το άθλημα της Πυγμαχίας. Για τον λόγο αυτό κατασκευάστηκε το Πολυδύναμο Αθλητικό Κέντρο που διαθέτει ένα κλειστό γυμναστήριο με κερκίδες για 4.708 θεατές και 84 θέσεις δημοσιογράφων. Ένας αθλητικός χώρος που θα έχει μεταολυμπιακή χρήση και θα αναβαθμίσει σημαντικά την αθλητική υποδομή του τόπου.