Αποκριά σημαίνει αποχή από το κρέας -προετοιμάζει τον άνθρωπο ψυχικά και σωματικά για την περίοδο του Πάσχα και την Ανάσταση. Στα λατινικά ταυτίζεται με το καρναβάλι, καθώς αυτή η λέξη προέρχεται από το carne, που σημαίνει «κρέας», και το ρήμα vale, που σημαίνει «περνώ».
Η περίοδος της Αποκριάς θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, μια περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος ξεφεύγει από την καθημερινότητά του και εξωτερικεύει τα πάθη του με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.
Παλαιότερα το καρναβάλι γινόταν παντού στην Ελλάδα με μασκαράτες ομαδικές, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος. Ήταν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα. Μεγαλύτερα κέντρα του αποκριάτικου ξεφαντώματος ήταν, όπως και σήμερα, η Πάτρα με το περιβόητο πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, η Πλάκα στην Αθήνα, η Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο», η Κοζάνη με τους ωραίους φανούς της, υπαίθρια γλέντια γύρω από φωτιές σε διάφορες γειτονιές της.
Οι μεγάλες Απόκριες συνδέονται με την τελευταία περίοδο κρεατοφαγίας και διασκέδασης, προτού αρχίσει η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Στο διάστημα αυτό και για επτά ολόκληρες εβδομάδες δε γίνονται ούτε γάμοι ούτε γλέντια, ούτε πανηγύρια. Έτσι οι Απόκριες είναι η ευχάριστη παρένθεση ανάμεσα στο Δωδεκαήμερο και τη Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή η περίοδος που κρατάει τρεις εβδομάδες ονομάζεται Τριώδιο.
Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται «Προφωνή» ή «Προφωνέσιμη», επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή ανακοίνωναν ότι άρχιζαν οι Απόκριες και κάθε οικογένεια έπρεπε να φροντίσει για τις προμήθειές της. Λέγεται και «Αμολλητή» ή «Απολυτή», γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των πεθαμένων και πάνε στον Πάνω Κόσμο.
Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται «Κρεατινή», γιατί είναι η τελευταία εβδομάδα που τρώνε κρέας. Ειδικά την Πέμπτη αυτής της εβδομάδας, τη λεγόμενη «Τσικνοπέμπτη», σε όλα τα σπίτια ψήνουν κρέας και η μυρωδιά του ψητού (τσίκνα) πλημμυρίζει τις γειτονιές. Το Σάββατο όμως της Κρεατινής και τα δύο επόμενα Σάββατα, αντίθετα με την Πέμπτη που είναι μέρα χαράς, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών (Ψυχοσάββατα). Σύμφωνα με την παράδοση οι συγγενείς επισκέπτονται τα μνήματα και μοιράζουν κόλλυβα.
Η τρίτη εβδομάδα ονομάζεται «Τυρινή» ή «Τυροφάγου» και «Μακαρονού». Κατά τη διάρκειά της επιτρέπεται να τρώνε μόνο γαλακτοκομικά, κυρίως το τυρί συνοδευόμενο με μακαρόνια.
Την επόμενη μέρα, την Καθαρά Δευτέρα, αρχίζει πλέον η ψυχική και σωματική προετοιμασία για το Πάσχα.
Κάθε χρόνο αναβιώνει το έθιμο «Γενίτσαροι και Μπούλες» που έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία.
Οι Γενίτσαροι (Γιανίτσαροι) φορούν φουστανέλες, τσαρούχια, βαριά ασημένια νομίσματα, ενώ στο πρόσωπο φορούν την περίφημη μάσκα από κερωμένο πανί με ζωγραφιστό μουστάκι.
Οι Μπούλες είναι επίσης άνδρες, ντυμένοι με γυναικεία παραδοσιακά ρούχα και στο πρόσωπο φορούν βαμμένες μάσκες.
Σύμφωνα με το έθιμο, τα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι αρματολοί και οι κλέφτες έβρισκαν την ευκαιρία στις Απόκριες να κατεβούν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με συγγενείς και φίλους χωρίς να τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.
Περισσότερα για το έθιμο αυτό μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο Ψηφιακή Τάξη.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς έχουμε το «κάψιμο του Τζάρου». Ο Τζάρος ή Τζάρους είναι ένα ανθρώπινο ομοίωμα, που τοποθετούν πάνω σε πουρνάρια στο κέντρο της πλατείας. Εκεί οι κάτοικοι καίνε τον Τζάρο για να μην υπάρχουν ψύλλοι το καλοκαίρι, σύμφωνα με την παράδοση. Στη συνέχεια ρίχνουν εκατοντάδες πυροτεχνήματα.
Ιδιαίτερο γώρισμα της κοζανίτικης Αποκριάς είναι οι φανοί, φωτιές που ανάβουν στις γειτονιές της πόλης, ενώ γύρω τους στήνεται υπαίθριο γλέντι υπό τους ήχους χάλκινων πνευστών. Εκεί ακούγονται τα Ξανιέντραπα, τραγούδια με σκωπτικούς στίχους που έχουν σκοπό τη διακωμώδηση γραφικών χαρακτήρων της πόλης, Κλέφτικα, αλλά και τραγούδια της ξενιτιάς και της αγάπης.
Ξεχωριστή θέση στις αποκριάτικες εκδηλώσεις στην Ελλάδα κατέχει το καρναβάλι της Πάτρας. Διάφορα καλλιτεχνικά δρώμενα, θεατρικές παραστάσεις, το καρναβάλι των παιδιών και άλλα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κόσμου και γίνονται πόλος έλξης πολλών επισκεπτών. Οι εκδηλώσεις κορυφώνονται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς με τη Μεγάλη Παρέλαση των Αρμάτων και των Καρναβαλιστών.
Στον Σοχό της Θεσσαλονίκης εμφανίζονται οι «Κουδουνοφόροι», κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας. Με τραγόμορφες στολές και κουδούνια σε όλο τους το σώμα, χορεύουν στους δρόμους και τις πλατείες. Έθιμο πανάρχαιο, που τα χαρακτηριστικά του φανερώνουν καθαρά κατάλοιπα των εορτών της Άνοιξης, τα οποία είχαν σχέση με τη γονιμότητα και την καρποφορία της γης.
Στα σοκάκια της Σκύρου την περίοδο των Απόκρεων θα συναντήσουμε ομάδες μεταμφιεσμένων ανθρώπων. Κορυφαίος είναι ο Γέρος, ο οποίος είναι ντυμένος με μια μαύρη μαλλιαρή κάπα, φοράει τα παραδοσιακά δερμάτινα υποδήματα, τα τροχάδια, είναι φορτωμένος στη μέση του με 50 κουδούνια και προχωράει με ρυθμικό βηματισμό, δημιουργώντας εναλλασσόμενους ήχους.
Συντροφιά του είναι η Κορέλα, που σύμφωνα με την παράδοση είναι άντρας ντυμένος με γυναικεία ρούχα, που χορεύει γύρω από τον Γέρο. Την ομάδα συμπληρώνει ένα πρόσωπο κωμικό, εκείνο του Φράγκου, ο οποίος φοράει μάσκα, ευρωπαϊκό παντελόνι, έχει ένα κουδούνι στο πίσω μέρος της μέσης του και κρατάει ένα κοχύλι στο οποίο φυσάει για να τραβήξει την προσοχή των παρευρισκομένων.
Έχουμε επίσης τον «βλάχικο γάμο» στη Θήβα, τον «γιαουρτοπόλεμο» στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, τα «αλευρώματα» στο Γαλαξίδι, το «κάψιμο του μακαρονά» στη Δημητσάνα, τους «μπαμπούγερους» στην Καλή Βρύση της Δράμας τους «κουδουνάτους» στη Χίο και άλλα πολλά αποκριάτικα έθιμα σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας.
Το γαϊτανάκι είναι ένας χορός που δένει απόλυτα με το χρώμα και το κέφι της Αποκριάς. Πέρασε στην Ελλάδα από πρόσφυγες του Πόντου της Μ. Ασίας και έδεσε απόλυτα με τα άλλα τοπικά έθιμα, αφού η δεξιοτεχνία των χορευτών και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο.
Δεκατρία άτομα χρειάζονται για να στήσουν το χορό. Ο ένας κρατάει ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο, από την κορυφή του οποίου ξεκινούν 12 μακριές κορδέλες, καθεμιά με διαφορετικό χρώμα. Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και δίνουν το όνομά τους στο έθιμο.
Γύρω από τον στύλο, 12 χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν μαζί, σε 6 ζευγάρια, τραγουδώντας το παραδοσιακό τραγούδι. Καθώς κινούνται γύρω από τον στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του κι έτσι όπως γυρνούν (ο κάθε χορευτής περνάει τη μια φορά από μέσα και την άλλη απ' έξω) πλέκουν τις κορδέλες γύρω από το στύλο δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς.
Ο χορός τελειώνει, όταν οι κορδέλες έχουν τυλιχτεί γύρω από το στύλο και οι χορευτές χορεύουν πολύ κοντά σ' αυτόν.
Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από τη χαρά στη λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από τη ζωή στον θάνατο και το αντίθετο.
Η Κυρά Σαρακοστή είναι ένα παλιό ελληνικό έθιμο που συνδέεται με τη Μεγάλη Σαρακοστή, δηλαδή την περίοδο των επτά εβδομάδων πριν από το Πάσχα. Η Σαρακοστή είναι χρόνος νηστείας, προετοιμασίας και περισυλλογής για τους χριστιανούς.
Η Κυρά Σαρακοστή δεν είναι απλώς μια ζωγραφιά ή μια κατασκευή. Είναι ένα συμβολικό πρόσωπο που βοηθούσε παλιά τους ανθρώπους –και κυρίως τα παιδιά– να μετρούν τις εβδομάδες μέχρι το Πάσχα.
Πώς μοιάζει η Κυρά Σαρακοστή;
Η Κυρά Σαρακοστή απεικονίζεται σαν μια γυναίκα:
Φοράει απλά ρούχα και ποδιά.
Έχει σταυρωμένα τα χέρια της, γιατί προσεύχεται.
Δεν έχει στόμα, γιατί νηστεύει.
Στο κεφάλι της φοράει μαντήλι.
Έχει επτά πόδια, όσα και οι εβδομάδες της Σαρακοστής.
Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι. Όταν έμενε χωρίς πόδια, ήξεραν ότι έφτασε το Πάσχα!
Πώς έφτιαχναν την Κυρά Σαρακοστή;
Παλιότερα τη ζωγράφιζαν σε χαρτί ή την έφτιαχναν από ζυμάρι (αλεύρι, νερό και αλάτι). Σε μερικά μέρη την στόλιζαν με γαρύφαλλα ή μικρά στολίδια. Ήταν ένα όμορφο έθιμο που έφερνε την οικογένεια πιο κοντά.
Τι συμβολίζει;
Η Κυρά Σαρακοστή συμβολίζει:
Τη νηστεία.
Την προσευχή.
Την υπομονή..
Την προετοιμασία για το Πάσχα
Σήμερα, πολλά σχολεία συνεχίζουν το έθιμο. Τα παιδιά φτιάχνουν τη δική τους Κυρά Σαρακοστή και κάθε εβδομάδα κόβουν ένα πόδι, μετρώντας αντίστροφα μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Η Κυρά Σαρακοστή είναι ένα όμορφο κομμάτι της ελληνικής παράδοσης που μας θυμίζει πως τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν απλούς αλλά έξυπνους τρόπους για να οργανώνουν τον χρόνο και να κρατούν ζωντανά τα έθιμά τους.